Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

O θαλασσογράφος Ιωάννης Αλταμούρας-Η ζωή και το έργο του

Του Νεκτάριου Βακάλη

Μεγάλη αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του σημαντικότατου ζωγράφου Ιωάννη Αλταμούρα διοργανώνει το Μουσείο Μπενάκη από τις 31 Μαρτίου έως τις 22 Μαΐου. Μέσα από τα ζωγραφικά του έργα, ιστορικά έγγραφα, καθώς και προσωπικά αντικείμενα, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει για πρώτη φορά το έργο ενός ιδιαίτερα προικισμένου δημιουργού που χάθηκε τόσο πρόωρα στα 26 του χρόνια(1852-1878).

Ο Ιωάννης Αλταμούρας είναι εκείνος που το 1878 (τη χρονιά του θανάτου του) είχε εμπνευστεί και φιλοτεχνήσει τον πρώτο ζωγραφικό πίνακα με θέμα την «Πυρπόληση της πρώτης οθωμανικής φρεγάτας στην Ερεσό από τον Παπανικολή» που εστάλη μαζί με το άλλο του έργο «Ναυμαχία του ναυάρχου Μιαούλη εναντίον δύο οθωμανικών φρεγατών στην είσοδο της Πάτρας» στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού. Τέσσερα χρόνια αργότερα (το 1882) ο άλλος σπουδαίος μας θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης δημιούργησε το γνωστό σε όλους μας έργο που αναπαριστά την πρώτη πετυχημένη πυρπόληση, της τουρκικής ναυαρχίδας, από τον Δημήτριο Παπανικολή, στις 27 Μαΐου του 1821 στην Ερεσό.
 
Το συγκεκριμένο έργο του Αλταμούρα δε θα εκτεθεί στην έκθεση καθώς, τουλάχιστον από τις μέχρι τώρα έρευνες λόγω του σχετικού με τον τόπο μας θέματος, δε γνωρίζουμε ούτε που είναι ούτε σε ποιόν ανήκει. Η επιμελήτρια της έκθεσης δεν μπόρεσε να μας διαφωτίσει περισσότερο για τη τύχη του και οι προσπάθειες αναζήτησης στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου υπάρχει μεγάλο μέρος του έργου του, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Το ίδιο και στο Παράρτημα του Ναυπλίου όπου οδηγηθήκαμε, αλλά και στη λεπτομερή αναζήτησή μας στις γκαλερί και μουσεία μέσω διαδικτύου. Δεν έγινε εφικτό να βρούμε ούτε μια φωτογραφία του έργου! Το πιο πιθανό είναι να ανήκει σε κάποια ιδιωτική συλλογή… Οι προσπάθειες εύρεσης του πάντως θα συνεχιστούν και ίσως στο πλαίσιο της έκθεσης να υπάρξουν νεότερα…


Βιογραφικό του καλλιτέχνη

Ο Ιωάννης Αλταμούρας ήταν γιος της Ελένης Μπούκουρη ή Μπούκουρα, της πρώτης Ελληνίδας αβαν γκαρντ καλλιτέχνιδος του 19ου αιώνα και εγγονός του Ιωάννη Μπούκουρα ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1821 δωρίζοντας δέκα χιλιάδες δίστηλα, ποσό τεράστιο για την εποχή και ίδρυσε-απέκτησε το πρώτο λιθόκτιστο θέατρο «Μπούκουρα ή Αθηνών επισημότερα»)στην Αθήνα το 1844 (είχε εγκαινιαστεί με άλλη ιδιοκτησία τον Ιανουάριο του 1840). Το κτίριο βρισκόταν στην πλατεία θεάτρου, στο σημείο, που τώρα στεγάζεται η Βιοτεχνική-Διπλάρειος Σχολή.

Η Ελένη (γεννηθείς το 1821) ήταν γυναίκα γοητευτική και αινιγματική, που κατάφερε να ανατρέψει όλες τις ισχύουσες συμβάσεις της εποχής της για τις γυναίκες που απαγορευόταν να κάνουν οτιδήποτε, όταν με παρότρυνση του πατέρα της σπούδασε ζωγραφική στη Ρώμη, στη Σχολή των Ναζαριστών (οπαδοί του ρομαντισμού) από το 1847 έως το 1850 και στη Φλωρεντία από το 1850 ως το 1851 μεταμφιεσμένη σε άντρα για να μπορέσει να γίνει δεκτή. Ήταν εκείνη που διεκδίκησε να ανοίξουν οι Ακαδημίες των Τεχνών και τα Πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο, επιτρέποντας στις γυναίκες να έχουν πρόσβαση στη γνώση. Διάβαζε τον Όμηρο και τον Πίνδαρο όπως άλλοι διαβάζουν εφημερίδα και έζησε επαναστατικά και ποιητικά τη ζωή της, κάτι το οποίο είχε πάρα πολύ μεγάλο κόστος και τίμημα. Συμμετείχε στις ζυμώσεις των επαναστατών για την ένωση της Ιταλίας και από τον έρωτά της με τον Ιταλό ζωγράφο και γαριβαλδινό επαναστάτη Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα στη Νάπολη (μαθήτευσε και στο εργαστήρι του) προήλθαν τα τρία της παιδιά: Ιωάννης, Σοφία, Αλέξανδρος.
Με γονείς λοιπόν δύο εξαιρετικούς ζωγράφους και επαναστατικούς χαρακτήρες, ο Ιωάννης Αλταμούρας υπήρξε μια καλλιτεχνική αποκάλυψη. Γεννήθηκε στην Νεάπολη της Ιταλίας το 1852 και όταν χώρισαν οι γονείς του (ο πατέρας τους εγκατέλειψε το 1857 κι έφυγε με την ερωμένη του, Αγγλίδα ζωγράφο Τζέιν Μπένμαν Χέυ, παίρνοντας μαζί του τον Αλέξανδρο) εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα όπου η μητέρα του άρχισε να διδάσκει τα παιδιά της και να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής σε νεαρές Αθηναίες παρθεναγωγείων, αλλά και στη βασίλισσα Όλγα. Έτσι, αναγνωρίστηκε το ταλέντο του Ιωάννη και ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α' του πρόσφερε υποτροφία στη Βασιλική Ακαδημία της Κοπεγχάγης(κατά την περίοδο 187--1876 κοντά στον Καρλ Φρέντερικ Σόρενσεν). Νωρίτερα είχε γίνει δεκτός στην Σχολή των Τεχνών της Αθήνας (την μετέπειτα "Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών"), όπου σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα τη διετία 1871-1872. Το 1875, έστειλε στην έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα το έργο του «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης», το όποιο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα του και τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο β' τάξεως. Το συγκεκριμένο έργο μαζί με άλλα 44 ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης και θα υπάρχει στην έκθεση. Στα τρία χρόνια που παρέμεινε στη Δανία εντάχθηκε σε μια νεωτεριστική ομάδα στην οποία μετείχαν 40 Δανοί ζωγράφοι στη λεγόμενη «Αποικία του Σκάγκεν». Το όνομα προήλθε από το ψαροχώρι στο οποίο είχαν εγκατασταθεί στο βορειότερο σημείο της δανικής χερσονήσου.

Η επιστροφή

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών στη Δανία επιστρέφει στην Ελλάδα το 1876. Εν τω μεταξύ είχε ήδη πεθάνει το 1872 στα 18 της από φυματίωση η αδελφή του. Έχοντας εδραιώσει τη φήμη του και αποσπώντας υψηλές αμοιβές για τα έργα του, ανοίγει εργαστήριο ζωγραφικής στην Αθήνα και ζωγραφίζει ασταμάτητα. Όταν όμως η κατάσταση της υγείας του άρχισε να χειροτερεύει εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο πατρικό της σπίτι στις Σπέτσες όπου και πέθανε το Μάιο του 1878, σε ηλικία μόνο 26 ετών.

Τα δραματικά γεγονότα της απώλειας των παιδιών της αλλά και υπολοίπων συγγενών-το 1861 είχε πεθάνει στην αγκαλιά της και ο πατέρας της- (ένα γύψινο εκμαγείο, που δημιούργησε η κόρη του Ελένη «δια να κρατήσει τη μορφή του ανεξάλειπτη στη θύμηση της», βρίσκεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών), προκάλεσε νευρικό κλονισμό στη μητέρα και την οδήγησε σιγά-σιγά στην απόγνωση με αποτέλεσμα να κλειστεί στον εαυτό της, να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σαν ερημίτης και να κάψει, όπως έχει θεωρηθεί, τα έργα της.
Η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης Ελένη Κυπραίου η οποία σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού της Δανίας, ακολούθησε τα ίχνη των σπουδών και της ζωής του Ιωάννη Αλταμούρα στη Δανία, έρχεται να καταρρίψει αυτή τη θεωρία και να μας πει ότι κάποιοι συγγενείς της μετά το θάνατό της σχεδόν άγνωστη (στις 19 Μαρτίου 1900), έκαψαν τα υπάρχοντα του σπιτιού, για να το «εξαγνίσουν» από την άρρωστη ατμόσφαιρα που επικρατούσε!
Κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών. Αργότερα, τα οστά της, όπως και εκείνα των παιδιών της, εκτός του Αλέξανδρου, μεταφέρθηκαν από τους απογόνους της στο A' Νεκροταφείο Αθηνών, στον κοινό τάφο της οικογενείας. (Στη μαρμάρινη πλάκα στον τοίχο του πατρικού σπιτιού στις Σπέτσες βλέπουμε, ίσως λανθασμένα, διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης και για την Ελένη 1823 αντί 1821 και για τον Ιωάννη 1854 αντί 1852 αλλά και θανάτου της Ελένης 2/4-1903 αντί του 1900).

Η τραγική ζωή της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα ενέπνευσε τη Ρέα Γαλανάκη να γράψει το μυθιστόρημα «Ελένη ή ο κανένας», εκδ. Άγρα, 1998, το οποίο παρουσιάστηκε από την ίδια στην ημερίδα για τη ζωή και το έργο της ζωγράφου που διοργάνωσε στις 23 Φεβρουαρίου 2009, το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών- Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία στο οποίο προεδρεύει ο Αντώνης Βογιατζής. Επίσης η ζωή της ενέπνευσε και την έκδοση του θεατρικού έργου «Ελένη Αλταμούρα», εκδ Δωδώνη, 2005, από τον Κώστα Ασημακόπουλο.

Η καλλιτεχνική αξία

Ο Ιωάννης Αλταμούρας ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του '90. Έργα του κοσμούν το Μουσείο Skagen και το Σπίτι του Michael και Anna Ancher's(είχε συνδεθεί φιλικά με τον Michael), τα οποία θεωρούνται μέρος της ιστορίας της τέχνης της Δανίας. Στην Ελλάδα πολλά από τα έργα του (46) κοσμούν τη μόνιμη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης (ένα, η ναυμαχία Ρίου-Αντιρρίου βρίσκεται στο Ναύπλιο). Έργα του κατέχει το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ, (5), η Πινακοθήκη της Τήνου, ιδιωτικές συλλογές, ενώ έργα του βρέθηκαν κατά την καταγραφή που είχε γίνει και στο ανάκτορο του Τατοΐου (προφανώς ήταν και τα δύο έργα που δώρισε στον Γεώργιο τον Α' σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, επιστρέφοντας από τη Δανία το 1876).

Η ποιότητα του έργου του Ιωάννη Αλταμούρα δείχνει ότι είχε ξεπεράσει την αυστηρότητα του ακαδημαϊσμού που πρέσβευε η "Σχολή του Μονάχου", στην οποία τον κατατάσσουν οι τεχνοκριτικοί και αν ζούσε περισσότερο, θα ήταν ο πρώτος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος της Ελλάδας. Η αξία του έργου του, που διακρίνεται η δύναμη της σύνθεσης, ο επικός χαρακτήρας αλλά και η φωτεινότητα των έργων του, ο ανοιχτός ορίζοντας και η κίνηση(στοιχεία ιμπρεσιονισμού), αποδεικνύεται και από τις υψηλότατες τιμές που πιάνουν στους πιο γνωστούς οίκους  δημοπρασιών του κόσμου (Christie's, Sotheby's κ.α). Τα έργα του είναι κυρίως θαλασσογραφίες οι οποίες τουλάχιστον αυτές είναι ποιοτικά ισάξιες του άλλου σπουδαίου και «επίσημου» θαλασσογράφου του 19ου αιώνα, του Κωνσταντίνου Βολανάκη. Τα πορτραίτα, τα τοπία και οι ναυμαχίες των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία που δημιούργησε ο Αλταμούρας προετοίμασαν το έδαφος για τις θαλασσογραφίες του καλλιτέχνη φίλου του.

Η έκθεση

Πολλά από τα 200 έργα, εκτίθενται για πρώτη φορά στο κοινό, καθώς οι απόγονοι της οικογένειας, (του Δημητρίου, πατέρας και Θεόδωρου Δημητριάδη, υιός (παππούς του Θεόδωρου από τη μητέρα του ήταν ο Αναστάσης Μπούκουρης αδερφός της Ελένης), δεν είχαν πουλήσει κανένα από τα έργα που κληρονόμησαν και κράτησαν όπως παρέλαβαν τις συλλογές τους, (με 40 έργα η κάθε μία περίπου) θεωρώντας τις εθνική κληρονομιά. Η έκθεση που συνοδεύεται από πλούσια εικονογραφημένο κατάλογο, περιλαμβάνει τέσσερις προβολές αφιερωμένες στην οικογένεια Αλταμούρα και τους απόγονους του καλλιτέχνη (μιλάει η Ρέα Γαλανάκη για την ηρωίδα του βιβλίου της, δύο μικρανεψιές αφηγούνται στοιχεία της ζωής τους μέσα από την κληρονομιά της οικογένειας και η Ελένη Κυπραίου μιλάει για την έρευνά της). Υπάρχουν επίσης ιστορικά έγγραφα γράμματα, βιβλία, τραπεζάκια, χαλιά, προσωπικά αντικείμενα, έπιπλα, φωτογραφίες της οικογένειας κ.α. Ενδιαφέρον έχει και ένα χαρτονόμισμα χιλίων δραχμών, του 1935, που απεικονίζει την Κόρη των Σπετσών, έργο της Ελένης.

Η έκθεση διοργανώνεται με μέγα δωρητή το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» και εγκαινιάζεται στις 30 Μαρτίου στο κτίριο της οδού Πειραιώς 138 του Μουσείου Μπενάκη.

Ώρες λειτουργίας:
Τετάρτη, Πέμπτη, Κυριακή: 10:00 - 18:00
Παρασκευή, Σάββατο: 10:00 - 22:00
Δευτέρα, Τρίτη: κλειστά

Πηγές:
Εθνική Πινακοθήκη (Αθήνα-Ναύπλιο)Περιοδικό Ιστορία, τεύχος 75, Σεπτέμβριος 1974,"H πολυστέναχτη ζωγράφος Eλένη Aλταμούρα", περιοδικό "Iστορία εικονογραφημένη" τεύχ. 305, Nοέμβριος 1993, Δημοσιεύματα στο διαδίκτυο, κ.α. 
 
ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΑΛΤΑΜΟΥΡΑ  Διάλεξη:

«Ιωάννης Αλταμούρας-Πέρα από τα Ελληνικά Σύνορα»

Η δανική πρεσβεία, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα, διοργανώνουν διάλεξη με τίτλο «Ιωάννης Αλταμούρας-Πέρα από τα Ελληνικά Σύνορα» («Ioannis Altamoura-Across the Greek Borders»), την Πέμπτη 31 Μαρτίου, στις 20:00. Τη διάλεξη θα δώσουν η Ελισάβετ Φαμπρίσιους (Elisabeth Fabritius), ιστορικός τέχνης και ερευνήτρια από τη Δανία και η Ελένη Κυπραίου, ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης «Ο θαλασσογράφος Ιωάννης Αλταμούρας-Η ζωή και το έργο του»,
Η διάλεξη θα γίνει στο κτίριο του Ινστιτούτου της Δανίας στην Αθήνα (Χαιρεφώντος 14Α, Πλατεία Αγ. Αικατερίνης, Πλάκα).

Ντοκιμαντέρ:
«Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα-Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος»

Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος έως τις 30 Μαρτίου στο πλαίσιο συνεργασίας της Πρεσβείας της Νορβηγίας στην Αθήνα, του Νορβηγικού Ινστιτούτου, του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και της ΕΡΤ που παρουσιάζουν δύο βραβευμένα ντοκιμαντέρ για γυναίκες ζωγράφους. Το άλλο είναι οι «χαρισματικές καλλονές -Γυναίκες Σουρεαλίστριες Καλλιτέχνιδες» της νορβηγίδας Αν Κέρστι Μπιόρν.

το τρέιλερ της ταινίας
http://www.youtube.com/watch?v=QKEQlaiOuaw
Α’ προβολή
19.30 Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα -Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος.
20.30 Χαρισματικές Καλλονές
Β’ προβολή
22.00 Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα-Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος.
23.00 Χαρισματικές Καλλονές.

210 3609695
Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136, Κεραμεικός

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

"Χαράσσοντας μέχρι τα Μέγαρα".

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μεγάρων "Θέογνις" και η Αίθουσα τέχνης "Τεχνοχώρος" παρουσιάζουν την ομαδική έκθεση χαρακτικής "Χαράσσοντας μέχρι τα Μέγαρα".

Οι χαράκτες Νίκος Δεσεκόπουλος, Αριστομένης Κατσούλας, Γιάννης Κολιός και Florence Χρηστάκη παρουσιάζουν αντιπροσωπευτικά χαρακτικά τους στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πολιτιστικού συλλόγου Μεγάρων.

Ο Νίκος Δεσεκόπουλος (φωτό έργο του) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1956, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1974-1980) στο εργαστήριο Χαρακτικής και Τέχνης του Βιβλίου (έπαινος 1980).  Παρακολουθεί εργαστήρια Ζωγραφικής, Κεραμικής και Αγιογραφίας (1980-83) και παράλληλα ασχολείται με την εικονογράφηση και την επιμέλεια παιδικών βιβλίων. Το 1982-1983 οργανώνει το Β' Εργαστήριο Χαρακτικής δίπλα στο Θανάση Εξαρχόπουλο στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Από το 1983 εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει λάβει μέρος σε 10 ατομικές και δεκάδες  ομαδικές εκθέσεις. Από το 2002 μέχρι το 2008 διετέλεσε  Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Χαρακτών. Έργα του βρίσκονται σε Πινακοθήκες, δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Ο επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Θάνος Χρήστου έχει γράψει για τη δουλειά του:
"Δεν είναι εύκολο για έναν δημιουργό να μπορεί να ακολουθήσει μια συνεπή πορεία. Χρειάζεται η αδιάκοπη πάλη με το υλικό. Η μορφοποίηση της εσωτερικής αγωνίας του. Η αποφυγή των εύκολων λύσεων. Η συνεχής ενδοσκόπηση. Η αναζήτηση της δικής του αλήθειας. Και η αμεσότητα της καταγραφής της. Πρόκειται για στοιχεία που δίχως άλλο μπορεί να τα εντοπίσει κανείς με την πρώτη κιόλας ματιά στην  εργασία του Νίκου Δεσεκόπουλου. ...Οπτική πραγματικότητα αλλά και υπαινικτικός χαρακτήρας του χώρου και των αντικειμένων είναι οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους κινείται η χαρακτική του. (...) Η τάση να οργανώσει φυσικό και αστικό τοπίο με τέτοιο τρόπο ώστε το πρώτο να επιβάλλεται στο δεύτερο, όσο και αν αυτό στην καθημερινή πραγματικότητα δεν συμβαίνει, αποδεικνύει ακριβώς τη θέλησή του να τονίσει αυτό που κινδυνεύει και χάνεται. ....."

Ο Μένης Κατσούλας γεννήθηκε το 1955 στον Πύργο Μεσσηνίας .Από  το 1968 ζει στην Αθήνα. Το 1975 τελειώνοντας παράλληλα το Λύκειο και τη Σχολή «ΒΑΚΑΛΟ» , κλάδο Διακόσμησης, φεύγει για Ιταλία όπου γράφεται στην  Aκαδημία  Καλών Τεχνών της  Perugia, τελειώνει το 1980. Από το 1986, που πρωτοδίδαξε στα Μέγαρα εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση .  Δουλειά του   έχει παρουσιαστεί μέσα  από ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έργα του υπάρχουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και Εξωτερικό.

Η Ιστορικός Τέχνης Στέλλα Μουζακιώτου έχει γράψει:
"Η καλλιτεχνική εμπειρία του Αριστομένη Κατσούλα είναι βαθιά συνυφασμένη με την  απεικόνιση των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον στο οποίο ζει.
Έχει την ικανότητα να αγγίζει τις βαθύτερες και τις πιο απόκρυφες ευαισθησίες μας εκφράζοντας  με απροκάλυπτη αμεσότητα  την ιδιότυπη τραγωδία του σύγχρονου ατόμου σε μία κοινωνία  που εξωτερικά έμοιαζε νικηφόρα. Η εικαστική πράξη του είναι δραστική και ενίοτε ακραία, αφού μας παρέχει τα μέσα για να κατανοήσουμε το μείγμα της βίας, οδύνης, άγχους, επιθυμίας ,απόγνωσης, αναζήτησης της αγάπης και απομόνωσης που κρύβει η εποχή μας και που αποτελεί την  ‘’πρώτη ύλη’’ της τέχνης του."

Ο Γιάννης Κολλιός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Έχει κάνει σπουδές Ζωγραφικής-Χαρακτικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας το 1983-88 με τους καθηγητές Loffredo και Manfredi. To 2001-04 ολοκλήρωσε και τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου εκπόνησε καλλιτεχνική εργασία με θέμα "Μελέτη Σύγχρονων και Παραδοσιακών Μορφών Χαρακτικής" με καθηγητή τον Γιώργο Μήλιο. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, της Ένωσης Ελλήνων Χαρακτών και της Εταιρίας Α. Τάσσος.

Όπως σημείωσε η Ιστορικός Τέχνης Λήδα Καζατζάκη για τα έργα του:
"Τα επιμηκυμένα πρόσωπα του με τα παχουλά περιγράμματα μας γυρίζουν πίσω στις καρικατούρες του βασιλιά Λουί Φιλίπ, που είχε δημιουργήσει ο σημαντικότερος χαράκτης και πολιτικός γελοιογράφος του 19ου αιώνα ο Ονορέ Ντωμιέ. Εύπλαστα πρόσωπα που τείνουν να χαθούν   μέσα στο γκριζόμαυρο περιβάλλον. (...) Το έργο του Γιάννη Κολιού διακρίνεται από τον πειραματισμό του. Ο καλλιτέχνης υπερβαίνει τα όρια του πραγματικού συνθέτει στοιχεία αταίριαστα και ανοίκεια στο βλέμμα, επιχειρεί να καυτηριάσει, όχι δίχως ένα υπομειδίαμα, την εργαλειοποίηση και την αποξένωσητου σύγχρονου ανθρώπου -ιδιαίτερα της γυναίκας- από τη φύση και το ίδιο του το σώμα".
 
Η Florence Χρηστάκη γεννήθηκε στο Παρίσι το 1958. Σπούδασε κοινωνική ψυχολογία και γαλλική φιλολογία. Δούλεψε στην έρευνα αγοράς, καθώς και ως δασκάλα, ταχυδρόμος, πλασιέ και καθηγήτρια.  Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1990 και είναι χαράκτρια από την αρχή της χιλιετίας. Μυήθηκε στη χαρακτική από την Δήμητρα Σιατερλή και τον Pino Pandolfini. Είναι ενεργό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Χαρακτών, με συμμετοχή στο Δ.Σ. και σε όλες τις ομαδικές της εκθέσεις. Έχει κάνει δύο ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε αρκετές ατομικές.

Η Ιστορικός Τέχνης Λήδα Καζατζάκη γράφει για τα χαρακτικά της:
"Οι εικόνες της Χρηστάκη καθρεπτίζουν ένα συνεχή διάλογο με το παρελθόν και το παρόν. Κινούνται ανάμεσα στην μίμηση και στην υπέρβαση των δημιουργημάτων που σημάδεψαν την πορεία προς το μοντέρνο.(…) Οι χαρακτικές εικόνες της θα μπορούσαν να ιδωθούν ως μια πολύσημη σκηνογραφία. Όπου αποκαλύπτεται, μέσα από την υποκριτική τέχνη των συντελεστών της, η υποκρισία των προκατασκευασμένων ιδεών και η αλήθεια της ανθρώπινης και τρυφερής διάστασης της ζωής."
  
Διάρκεια έκθεσης: Εως 2 Απριλίου 2011

Ημέρες και ώρες λειτουργίας:
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: από τις 18:00 έως  τις 21:00
Κυριακή: από τις 11:00 μέχρι τις 13:00
Διεύθυνση:
Αίθουσα πολιτιστικού Συλλόγου Μεγάρων "Θέογνις"
Κεντρική πλατεία Μεγάρων.
22960 28758

Πληροφορίες:
Αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος
Λεμπέση 4 & Μακρυγιάννη, metro Ακρόπολη
211 182 38 18

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Berliner Zimmer Καλλιτέχνες από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη που ζουν στο Βερολίνο

Η έκθεση “Berliner Zimmer” παρουσιάζει έργα καλλιτεχνών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη που ζουν και εργάζονται στο Βερολίνο.


Καλλιτέχνες: Silva Agostini (Αλβανία), Χάρις Επαμεινώνδα (Κύπρος), Šejla Kamerić (Βοσνία-Ερζεγοβίνη), Kristina Leko (Κροατία), Dan Mihaltianu (Ρουμανία), Tanja Ostojić (Σερβία), Γιώργος Σαπουντζής (Ελλάδα), Ευανθία Τσαντίλα (Ελλάδα), Nasan Tur (Τουρκία), Mariana Vassileva (Βουλγαρία)

Οργάνωση: Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης & Goethe Institut

Επιμέλεια: Birgit Hoffmeister

Εγκαίνια: Παρασκευή 1 Απριλίου 2011, 20.00

Όπως σημειώνει η Πρόεδρος του ΜΜΣΤ, Ξανθίππη Σκαρπιά-Χόιπελ: «Tο Βερολίνο ήταν και είναι ένα από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κέντρα διεθνούς πολιτιστικής αναφοράς και ενδιαφέροντος. Αποτελώντας ένα εξέχον παράδειγμα πολιτιστικής πολιτικής και υποδομών, καθιερώνεται ως σύγχρονη προστάτιδα των τεχνών, προσφέροντας και εξασφαλίζοντας δυνατότητες καλλιτεχνικής δημιουργίας και προβολής σε πολλούς νέους καλλιτέχνες από άλλες χώρες. Γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, τόπος ευρείας υποδοχής και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος με τη χώρα προέλευσής τους. Έτσι αναπτύσσεται μέσω αυτής της πόλης και δι’ αυτών των καλλιτεχνών, ένα νοητό δικό τους βερολινέζικο δωμάτιο, αυτό ακριβώς που προσκαλείται να δει ο επισκέπτης της συγκεκριμένης έκθεσης.»

Η Birgit Hoffmeister, επιμελήτρια της έκθεσης, σχολιάζει: «Η έκθεση συνενώνει δέκα καλλιτέχνες από εννιά χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που έχουν βρει στο Βερολίνο μια πλατφόρμα ζωής. … Κάποιοι από αυτούς έχουν τραυματικές εμπειρίες, άφησαν πίσω τους καταστάσεις πολέμου και διωγμού, για άλλους η καλλιτεχνική σκηνή στην περιοχή των Βαλκανίων ήταν πολύ περιορισμένη. Όμως μαζί τους έφεραν κάτι που τους ενώνει: στις αποσκευές τους κουβαλούν την πατρίδα που εγκατέλειψαν, μια ταυτότητα ανάμεσα στους πολιτισμούς, την ανάμνηση του παρελθόντος, την αναζήτηση μιας νέας μορφής ύπαρξης. Όλα αυτά αναπαρίστανται στα έργα τους έστω και με πολύ διαφορετικό τρόπο. Η στρατηγική κάθε καλλιτέχνη είναι διαφορετική. Για να την αντιληφθούμε καλύτερα, η έκθεση παρουσιάζει μια χαρακτηριστική πρόταση του κάθε καλλιτέχνη, μια πρόταση που δείχνει τον προσωπικό τρόπο εργασίας του και προσπαθεί να ερμηνεύσει τους κώδικές του. Οι καλλιτέχνες εργάζονται σε διάφορα μέσα, π.χ. εγκατάσταση, φωτογραφία, αντικείμενο, βίντεο, γλυπτό, κολάζ, σχέδιο.»

Μετά την υλοποίησή της στη Θεσσαλονίκη, η έκθεση θα ταξιδέψει σε άλλες πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου θα διαμορφώνεται και θα εξελίσσεται. Ενδεχομένως να προστίθενται σ’ αυτήν νέα έργα και καλλιτέχνες, ανάλογα με τις περιστάσεις. Στο πέρας του ταξιδιού της, οι διάφορες εκδοχές της και το σύνολο των έργων και των συμμετεχόντων καλλιτεχνών θα έχουν πλέον συγκεντρωθεί σε μια σπονδυλωτή έκδοση.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Διοργάνωση: Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Goethe Institut
Εγκαίνια: Παρασκευή 1 Απριλίου, 20.00
Διάρκεια: 2 Απριλίου – 26 Μαΐου 2011
Επιμέλεια: Birgit Hoffmeister
Καλλιτεχνική οργάνωση: Χρήστος Σαββίδης (Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης)

Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Εγνατία 154 (εντός ΔΕΘ), 546 36 Θεσσαλονίκη
Τ: 2310 240002 & 2310 281212, Φ: 2310 281567
www.mmca.org.gr, http://mmcart.blogspot.com/  mmcart@mmca.org.gr

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Πέμπτη-Σάββατο, 10.00-18.00
Τετάρτη, 10.00-22.00, Παρασκευή, 10.00-19.00

Κυριακή, 11.00-15.00, Δευτέρα κλειστά
Enhanced by Zemanta

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

"Η καθημερινότητα μέσα στον καθρέφτη…"

Κωστής (Τριανταφύλλου)
Η αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος παρουσιάζει την ομαδική έκθεση “Οπτικής Ποίησης” με τίτλο “Η καθημερινότητα μέσα στον καθρέφτη…”, που επιμελείται η ιστορικός τέχνης κ. Λένα Κοκκίνη.

Στο σημερινό θέμα, η ελληνική ομάδα, η οποία συγκροτήθηκε το 1988 ασχολείται με το «μέσα» και το «έξω» της καθημερινότητας. Το «έξω» αυτό που ζούμε ή που νομίζουμε ότι ζούμε και το «μέσα» στον καθρέφτη όπου προβάλλονται οι επιθυμίες μας, οι φόβοι, οι εφιάλτες, τα όνειρα, οι σκέψεις…

Στη δεκαετία του '60 η οπτική ποιήση, poesia visiva, είναι ένας συγκερασμός κειμενικής και εικαστικής γραφής με έντονα τα ντανταϊστικά στοιχεία, όπως η αναζήτηση ενός νέου κώδικα επικοινωνίας, ο σαρκασμός και αυτοσαρκασμός, η κοινωνική κριτική, ο διεθνής χαρακτήρας, η αυτόαμφισβήτηση και η βαθειά γνώση ότι τα πάντα ρει.

Από το κίνημα da da στη συγκεκριμένη και στην οπτική ποίηση, τα happenings και το fluxus του Joseph Beuys έχουμε κινήματα που γεννιούνται το ένα μετά από το άλλο, γυρεύοντας την ενεργοποίηση του θεατή.

Συμμετέχουν οι: Δημοσθένης Αγραφιώτης σε συνεργασία με την Hiromi Miyamoto, Γιούλια Γαζετοπούλου, Βασιλική Γεροκώστα, Κωστής (Τριανταφύλλου), Σοφία Μαρτίνου, Μιχαήλ Μήτρας, Έρση Σωτηροπούλου, Θανάσης Χονδρός - Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Στάθης Χρυσικόπουλος και Τηλέμαχος Χυτήρης.

Εγκαίνια έκθεσης: Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011 20:00

Διάρκεια: 30 Μαρτίου έως 21 Απριλίου 2011
Ημέρες και ώρες λειτουργίας :
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 11:00 - 14:30 & 17:30 - 20:30
Τετάρτη, Σάββατο 11:00 - 16:00

Αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος
Λεμπέση 4 & Μακρυγιάννη, Αθήνα 117 42, metro Ακρόπολη Τηλέφωνο 211 182 38 18 info@technohoros.org
Enhanced by Zemanta

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Χριστόφορος Κατσαδιώτης: Οξυγραφίες στο Χώρο Τέχνης «24»

Έργα Χαρακτικής και συγκεκριμένα Οξυγραφίες, παρουσιάζει ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης στην έκθεσή του, στο Χώρο Τέχνης «24», Σπευσίππου 38, Κολωνάκι.

‘Παιδί’ της δημοσιογραφίας ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης, την εγκατέλειψε γρήγορα για να βιώσει το μεράκι του, αφού παράλληλα με τη δουλειά του σε περιοδικά και ραδιοφωνικούς σταθμούς, είχε ήδη κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις και είχε συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές.

Αλλά και ως σπουδαστής πλέον της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, συνεχίζει συγχρόνως να εκθέτει την πολύπλευρη δουλειά του. Έτσι, μέσα στο 2010 παρουσίασε μία ακόμα ατομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη, μεταπηδώντας ωστόσο, από τα εξπρεσιονιστικά λάδια του στην Οξυγραφία, που είναι ένα παρακλάδι της Χαρακτικής, είναι η ‘γραφή’ με οξέα πάνω σε τσίγκο.

Όπως γράφει και ο καθηγητής Χαρακτικής της Σ.Κ.Τ. Ξενής Σαχίνης ‘οι εκφραστικές ανάγκες του Χ.Κ. μετακινήθηκαν. Αν δεν κάναμε καμία αναφορά στη ζωγραφική, αυτό θα ήταν λάθος, γιατί ο καλλιτέχνης εδραίωσε και πραγματοποίησε τα οράματά του μέσα από τις εικαστικές αξίες της ζωγραφικής’.

Κύριο χαρακτηριστικό των έργων του είναι η βαθύτατη κριτική και σαρκαστική ματιά του στον κόσμο, μια ματιά που ο ίδιος την περικλείει σε ένα τρίπτυχο και μας λέει ‘Καλώς ήρθατε στον κόσμο της Κριτικής, της Ανατροπής και της Παραμόρφωσης’.

Ο καθηγητής Ξενής Σαχίνης λέει, επίσης: ‘Στα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη αναπτύσσονται πολύ προσεκτικά σκηνοθετημένοι σιωπηλοί διάλογοι ανάμεσα στα πρόσωπα που δεν αποκαλύπτουν τους χαρακτήρες τους, κάτω από τα προσωπεία που προσφέρει για πρώτη ανάγνωση ο καλλιτέχνης στους θεατές. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, μας παρακινεί να βρούμε το δικό μας χαρακτήρα και ποιο προσωπείο τον ενσαρκώνει, ώστε κι εμείς από θεατές να πρωταγωνιστήσουμε σε μια καινούργια σύνθεση, η οποία δεν είναι παρά ένα εικονογραφημένο κομμάτι από την ζωή μας’.

Η έκθεση εγκαινιάζεται στις 5 Απριλίου, ημέρα Τρίτη, ώρα 7:30 μ.μ., στο Χώρο Τέχνης «24».   Διάρκεια έκθεσης: 5 Απριλίου -7 Μαΐου. Πληροφορίες: 6936 58 49 58, 210 72 17 897.


Το κείμενο του καθηγητή κ. Ξενή Σαχίνη για την έκθεση του Χριστόφορου Κατσαδιώτη:

«Υποστήριζα, πάντοτε, ότι κανένας παλιός τρόπος έκφρασης δεν πεθαίνει και ότι απλά, κοντά του, προστίθενται καινούργιοι. Το ενδιαφέρον ενός εικαστικού έργου, κατά τη γνώμη μου, έγκειται στο εξής σημείο: το σημείο εκείνο, όπου εστιάζεται η ποιότητα που χαρακτηρίζει το έργο ως σύνολο. Πόσο ελκυστική είναι η μυθοπλασία και πόσο ορθά αυτή έχει πραγματωθεί.

Έχοντας, λοιπόν, ως οδηγό αυτό το αξίωμα που παρέθεσα πρωτύτερα, ερχόμαστε να «διαβάσουμε» οπτικά τις εικαστικές συνθέσεις του Χριστόφορου Κατσαδιώτη και, μέσω αυτών των συνθέσεων, να εισέλθουμε στον κόσμο που μας προτείνει.

Μια πρώτη παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς είναι η κάτωθι: οι εκφραστικές ανάγκες του καλλιτέχνη μετακινήθηκαν από το χώρο της ζωγραφικής στο χώρο των εικαστικών εκτυπώσεων, κομμάτι του οποίου είναι χαρακτική. Αν δεν κάναμε καμία αναφορά στη ζωγραφική, αυτό θα ήταν ένα λάθος, γιατί ο καλλιτέχνης εδραίωσε και πραγματοποίησε τα οράματά του μέσα από τις εικαστικές αξίες της ζωγραφικής. Και αυτό, ώσπου συνάντησε το θαυμάσιο κόσμο της χαρακτικής και ειδικότερα αυτόν της οξυγραφίας, που κυριολεκτικά τον έχει απορροφήσει, καθώς μέρα με την ημέρα του αποκαλύπτει τις άπειρες δυνατότητες που έχει. Εκφραστικές δυνατότητες, συνδεδεμένες με τα ιδιαίτερα μορφοπλαστικά χαρακτηριστικά που η κάθε μια από τις τεχνικές της χαρακτικής χαρίζει στον καλλιτέχνη και στο θεατή.

Έχουμε συνηθίσει κι έχουμε πολλοί από εμάς παραδεχτεί τους ρυθμούς που μας έχει επιβάλει η ζωή του σήμερα. Και όμως είναι θαυμάσιο να παρατηρεί κανείς τον καλλιτέχνη και πώς αυτός διαχειρίζεται τον «πολύτιμο» χρόνο, για να παράξει τα αποτελέσματα με τις ποιότητες που αυτός επιθυμεί, χωρίς να λογαριάζει το χρόνο που δαπανά. Απεναντίας, αν κάτι γίνει χωρίς σεβασμό και στον απαραίτητο χρόνο που χρειάζεται, τότε οι επιθυμητές ποιότητες θα χαθούν. Αυτό, λοιπόν, το σεβασμό και την ποιότητα πραγμάτωσης αποπνέουν οι οξυγραφίες του Χριστόφορου Κατσαδιώτη. Και καθώς ο ρυθμός της εργασίας είναι αρμονικός, βήμα – βήμα, ο καλλιτέχνης μεγαλώνει τα όρια του εικαστικού κόσμου του μέσω της θητείας του στη χαρακτική. Θητεία, η οποία γίνεται κάτω από τους κανόνες της και χωρίς βιασύνη, αλλά με ενάργεια και με απόλυτο σεβασμό.

Η ματιά του Κατσαδιώτη προς τον κόσμο είναι αυτή του παρατηρητή και ταυτόχρονα κριτική. Παρακολουθεί και σχολιάζει τα όσα γίνονται, λαμβάνοντας μια θέση στα τεκταινόμενα, μια θέση που τον αντιπροσωπεύει. Χρησιμοποιεί με επιδεξιότητα την οικονομία των μέσων που του παραχωρούν οι τεχνικές της θερμής χάραξης στο τσίγκο. Η οικονομία αυτή των μέσων τον οδηγεί κατά κάποιο τρόπο στην εύστοχη και ξεκάθαρη κριτική, που επιχειρεί. Άλλωστε, η παράδοση των ιερών τεράτων του Goya, του Rembrant, του Εnsor με τα χαρακτικά τους, του δείχνει το δρόμο της διαχείρισης αυτών των πολύ ιδιαίτερων ποιοτικών δομικών στοιχείων. Ο συνδυασμός της χαραγμένης από την οξείδωση γραμμής με την οξειδωμένη πλατιά επιφάνεια, μας παραπέμπει στις πρωταρχικές αξίες ενός οικουμενικού σχεδίου, που οι περισσότεροι εικαστικοί καλλιτέχνες σίγουρα έχουν υπηρετήσει, σε κάποια στιγμή της δημιουργικής τους ζωής.

Στα έργα του, αναπτύσσονται πολύ προσεκτικά σκηνοθετημένοι σιωπηλοί διάλογοι ανάμεσα στα πρόσωπα που δεν αποκαλύπτουν τους χαρακτήρες τους, κάτω από τα προσωπεία που προσφέρει για πρώτη ανάγνωση ο καλλιτέχνης στους θεατές. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, μας παρακινεί να βρούμε το δικό μας χαρακτήρα και ποιο προσωπείο τον ενσαρκώνει, ώστε κι εμείς από θεατές να πρωταγωνιστήσουμε σε μια καινούργια σύνθεση, η οποία δεν είναι παρά ένα εικονογραφημένο κομμάτι από τη ζωή μας».

Ξενής Σαχίνης
Καθηγητής Χαρακτικής Σχολής Καλών Τεχνών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Έφυγε ο εικαστικός Βλάσης Κανιάρης

Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 83 ετών, ο εικαστικός Βλάσης Κανιάρης, ένας Έλληνας καλλιτέχνης με διεθνή σταδιοδρομία.

Ο Βλάσης Κανιάρης γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα. Από το 1946 και για σχεδόν πέντε χρόνια φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1947 γνωρίζεται με τον Γιάννη Τσαρούχη.

Το 1950, μετά το θάνατο του πατέρα του, εγκαταλείπει τις ιατρικές σπουδές και αρχί­ζει τη φοίτηση στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τελειώνει το 1955, έχοντας δασκάλους τον Ουμβέρ-το Αργυρό, τον Γιάννη Παπά, τον Πάνο Σαραφιανό και κυρίως τον Γιάννη Μόραλη που τότε είχε εκλεγεί καθηγητής. Παράλληλα εργάστηκε κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη στις σκηνογραφικές παραγγελίες της εποχής, πραγματοποιώντας και ο ίδιος σκηνογραφίες.

Με ζωγραφική, σχέδια και σκηνογραφίες και όντας ακόμα σπουδαστής, πρωτοεμφανίζεται το 1952 στην Δ' Πανελλήνιο Έκθεση και δέχεται θετική κριτική. Το 1953 πραγματοποιεί, υπό την επίβλεψη του Τσαρούχη, τα σκηνικά για την «Στέλλα» του Μιχά­λη Κακογιάννη. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται τη σύντροφο της ζωής του Μαρία Λίνα, φοιτήτρια ιατρικής.

Λίγους μήνες μετά την αποπεράτωση των σπουδών του, το Φεβρουάριο του 1956 εγκαθίσταται στη Ρώ­μη, όπου και ζει ως το 1960. Από τις αρχές του 1959 παρακολουθεί στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης μαθήματα σκηνογραφίας, ζωγραφικής και τοιχογραφίας. Το 1957, με αφορμή μια φοβερή καταστροφή στα ανθρακωρυχεία της Marcinelle, στο Βέλγιο, όπου έχασαν τη ζωή τους 400 περίπου ιταλοί ανθρακωρύ­χοι, ζωγραφίζει μια σειρά από αφηρημένα πια έργα, όπου μέσα από χρώματα, προσπαθεί να μεταφέρει την συγκίνηση που του προκάλεσε το γεγονός αυτό. Τον επόμενο χρόνο ακολουθούν οι «Κήποι της παι­δικής μου ηλικίας», μια σειρά έργων όπου μεταφέρει ονειρικές εικόνες από τα χρόνια της πρώτης εφηβι­κής ηλικίας. Την ίδια χρονιά σχεδιάζει πάνω σε φύλλα εφημερίδων.

Το 1958 παρουσιάζει στην Αθήνα, στην γκαλερί «Ζυγός» την πρώτη ατομική του έκθεση, 50 περίπου αφηρημένα έργα, λάδια, και σχέδια της περιόδου 1957-58. Λίγο καιρό πριν είχε δει το έργο του Αμερικα­νού ζωγράφου της Action Painting και του Dripping, Jackson Pollock. Η συνάντηση αυτή στάθηκε μια αποκάλυψη για τον Κανιάρη, αλλά και ένας φραγμός που του ανέκοψε το δρόμο που είχε ήδη πάρει εκείνη την εποχή. Μαζί με τον Μ. Κοντό, τον Κ. Τσόκλη και τον Ν. Κεσσανλή, όλους έλληνες καλλιτέχνης της διασποράς στη Ρώμη, συγκρότησαν την ομάδα "Gruppo Sigma", χωρίς ιδεολογικό ή θεωρητικό σκοπό.

Αρχές του 1959 ξεκινά τη σειρά «Τιμής ένεκεν στους τοίχους της Αθήνας 1941-19...», όπου ανασυσταίνει την αίσθηση των τοίχων της κατοχικής Αθήνας. Τα έργα αυτά εκτίθενται το 1959 στην ομαδική έκ­θεση "Art grec contemporain". Ως συνέπεια της κατάργησης του περιοριστικού ζωγραφικού τελάρου και τη σύμβαση που προκύπτει μέσα από αυτό, καταλήγει σε κατασκευές από μεταλλικό δικτυωτό, χωρίς ορι­σμένη διάσταση, επεμβαίνοντας σύμφωνα με μια λογική για πρώτη φορά στο χώρο. Στα έργα αυτά αναφέρεται ο Κανιάρης ως: «Χώρος μέσα στο χώρο».
Το 1960 τα έργα αυτά παρουσιάζονται στην σημαντικό­τερη γκαλερί της Ιταλίας "La Tartaruga", ύστερα από σύσταση του καθηγητή Giulio Carlo Argan. Τέλος του 1960 εγκαθίσταται οριστικά στο Παρίσι, όπου ζούσε ήδη μια μεγάλη παροικία ελλήνων, στοιχισμένη γύρω από τον τεχνοκριτικό Pierre Restany, ο οποίος ιδρύει την ίδια χρονιά το κίνημα του "Nouveau Realisme" (Armand, Cesar, Christo, Spoeri, Tingely, Niky de Saint-Phale, κ. ά.). Εκθέτει στην Galerie J, παρόλη την αντίθεση του με τον «Νέο Ρεαλισμό» του Pierre Restany έχοντας όμως ορισμένες επιφανειακές μορφολογικές συγγένειες, όπως είχε τονιστεί από τον ίδιο.

Ο Pierre Restany είχε αναφερθεί με έμφαση ήδη το 1963 στην «ιδιότυπη διάσταση ατομικού ψυχισμού» που διαχωρίζει το εγχείρημα του Κανιάρη από το εγχείρημα των «Νέων Ρεαλιστών» του Παρισιού. Για τον Κανιάρη θα έπρεπε κανείς να πάρει θέση απέ­ναντι σε ένα τοπίο βιομηχανικό, που αποτελούσε αντικείμενο έρευνας των «Νέων Ρεαλιστών», άρα θα έπρεπε να διαλέξει και να κρίνει.

Το 1961 συμμετέχει σε έκθεση στην γκαλερί Saint-Germain μαζί με τους Κουλεντιανό, Γαΐτη, Μολφέση, Κεσσανλή, Τούγια, Φιλόλαο, Πράσινο. Ακολουθεί έντονη εκθεσιακή δραστηριότητα στο Παρίσι, στο Salon des Comparaisons, στη Γερμανία (Worfram-Eschenbach) μαζί με τους Κεσσανλή και Σπυρόπουλο, και στο Βέλγιο. Το 1962 συμμετέχει σε έκθεση που διοργάνωσε ο Γ. Μουρέλος στο Musee d' Art Moderne de la Ville de Paris με τίτλο: "Peintres et sculpteurs grecs a Paris". To 1963, έχοντας περάσει στα αντικείμε­να στον χώρο, εκθέτει στην γκαλερί Le Zodiaque στις Βρυξέλλες. Ο κριτικός τέχνης Τώνης Σπητέρης ορ­γανώνει στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη έκθεση με έργα των Μίμη Κοντού, Παύλο, Τσόκλη και Κανιάρη.

Το 1964 ο Pierre Restany οργανώνει στο πλαίσιο της Biennale της Βενετίας την έκθεση «3 προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική» με τους Κανιάρη, Δανιήλ και Κεσσανλή. Ο Κανιάρης εκθέτει τις πρώτες κα­τασκευές από πραγματικά υλικά και αντικείμενα. Η έκθεση αυτή προκάλεσε έντονη αντίδραση στον Σπύρο Βασιλείου -ο οποίος συμμετείχε στο ελληνικό περίπτερο της Biennale και δημοσιεύει οργισμένο άρ­θρο με τίτλο: «Κάτω τα χέρια από τη ελληνική γλυπτική».
Επιστρέφει το 1969 για λίγο στην Αθήνα και πραγματοποιεί στην «Νέα Γκαλερί» έκθεση με έργα από γύψο, κόκκινα πάνινα γαρίφαλα, επιτύμβια kol συρματόπλεγμα απηχώντας τα βιώματα του τόπου από τη λογοκρισία και την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών. Κάθε επισκέπτης έπαιρνε φεύγοντας, αντί καταλό­γου, ένα γύψινο πλακάκι με ένα πάνινο γαρίφαλο. Ο Κανιάρης ήταν τότε μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας» και δεν μπόρεσε πια να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Το 1971 οργανώνεται μια μορφή αναδρομικής έκθεσης στην Στοκχόλμη με 48 έργα από τη σειρά των «Τοίχων» και άλλα έργα. Την ίδια εποχή ξεκινά τη σειρά «Μετανάστες». Το θέμα αυτό θα τον απασχολή­σει ως το 1976, ενώ του χορηγείται κρατική υποτροφία εκ μέρους της Γερμανικής Πανεπιστημιακής Υπη­ρεσίας Ανταλλαγών (DAAD). Εργάζεται στο Βερολίνο για δύο χρόνια. Η έκθεση με το θέμα αυτό θα πα­ρουσιαστεί σε πολλά μουσεία της Δ. Γερμανίας και του Λονδίνου με τίτλο: "Gastarbeiter-Fremdarbeiter" («Φιλοξενούμενοι εργάτες- Ξένοι εργάτες) και "Immigrants".

Το 1975 συμμετέχει στον «Ελληνικό μήνα του Λονδίνου» στο I.C.A., εκθεσιακή διοργάνωση υπό τον τε­χνοκριτικό Χρήστο Ιωακειμίδη, μαζί με τους Αντωνάκο, Χρύσα, Κουνέλλη, Παύλο, Σαμαρά, Τάκη και Τσόκλη. Το 1976 εκλέγεται καθηγητής στην Έδρα Ζωγραφικής της Ανωτάτης Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. και εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Παραμένει στη Σχολή ως το 1996.
Το θέμα των «Μεταναστών» εξακολουθεί να τον απασχολεί: Το 1977 συμμετέχει με σχέδια στην έκθεση 'ΌοεηΐηεηΓ3" της Kassel. To 1980 παρουσιάζει με τη γκαλερί Bernier στο παλιό παγοποιείο του Φιξ την έκ­θεση «Helas-Hellas (Αλοίμονο Ελλάδα) ή Ο Ζωγράφος και το Μοντέλο του», ένα περιβάλλον μεγάλης κλίμακας, συνδυάζοντας θεατρικά και εικαστικά ένα είδος λαϊκού δρώμενου. Η ίδια έκθεση παρουσιάζε­ται διευρυμένη με νέα στοιχεία το 1983 στο Dortmund. To 1981 διδάσκει στο Salzburg ως επισκέπτης κα­θηγητής.

Το 1982 συμμετέχει στα Europalia-Hellas στις Βρυξέλλες, με επιμελητή τον τεχνοκριτικό Αλέξανδρο Ξύδη. Το 1988 εκπροσωπεί, μαζί με τον Νίκο Κεσσανλή, την Ελλάδα στη 43η Biennale της Βενετίας με επίτροπο τον Μανώλη Μαυρομμάτη, με ένα έργο που αφορά τη σχέση Βορρά-Νότου. Στο Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης παρουσίασε το έργο αυτό με τίτλο: «Πού ο Βορράς και Πού ο Νότος;». Το 1989 ο Μάνος Στεφανίδης «επαναφέρει» την έκθεση του 1958 στο «Ζυγό», στη γκαλερί «Titanium».

Το 1992 εκθέτει έργα από διαφορετικές περιόδους στην Staatliche Kunsthalle, στο Βερολίνο. Την ίδια χρονιά συμμετέχει σε σημαντική έκθεση στο Munster με τίτλο: "The Open Image Aspeets of Modern Art in Europe After 1945".

Η τελευταία διεθνής ομαδική έκθεση στην οποία συμμετείχε ο Βλάσης Κανιάρης είναι η "Face a l'histoire, 1933-1996" στο Κέντρο Georges Pompidou, στο Παρίσι το 1996. Το 1999 η Εθνική Πινακοθήκη αφιέρωσε αναδρομική έκθεση στον Βλάση Κανιάρη με επιμέλεια της Άννας Καφέτση. Η πλέον πρόσφα­τη ατομική του έκθεση διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού της Νέας Υόρκης το 2003 με τίτλο: "Give the People what they Want" («Ο,τι θέλει ο λαός...») με επιμέλεια του Μάνου Στεφανίδη.
Πηγή: http://www.pinakothiki-chania.gr/



Ανακοίνωση  της Δημοκρατικής Αριστεράς για  το θάνατο του Βλάση  Κανιάρη 

Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ένας σημαντικός Έλληνας, ο Βλάσης Κανιάρης, έφυγε από κοντά μας.

Έντονα πολιτικοποιημένος και γνήσιος δημοκράτης, ιστόρησε με την τέχνη του τη μεταπολεμική Ελλάδα. Περιγέλασε τους δικτάτορες, κατήγγειλε τους λαϊκιστές.

Απόλυτα έντιμος, απόλυτα ελεύθερος, απόλυτα ειλικρινής.

Η Δημοκρατική Αριστερά εκφράζει τη βαθειά της θλίψη για τη μεγάλη απώλεια.
Enhanced by Zemanta

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...